ΤΟ ΚΕΡΙ

Η φωνή σου ένα κενό, σκοτάδι λυγερό,

Σε κοιτώ μ’αν σε χαϊδέψω θα καώ.

Η σάρκα σου ψυχρό, μα γλυκό κυνηγητό

Αν αγγίξω το γλυπτό σου θα καώ.

Πρέπει να’σαι δυνατή, μη κοπεί η αναπνοή,

Μη ξεχάσεις τη ζωή, ξεχασιάρα μου ψυχή.

 

Σαν καιρό να είμαι εδώ, μ’από πότε δε ρωτώ,

Δε παράμεινε σοφός να μου πει το μυστικό.

Προσπαθώντας να ξεφύγω, δεν υπάρχει καταφύγιο,

Και ο κόσμος περιστρέφει μα κανένας δε μου γνέφει.

Ο χρόνος λέτε να γερνά; Να’χει μάτια και αφτιά;

Να κρατάει φυλαχτά; Μα δε βλέπει εμένα πια.

 

Μια ιδέα τριγυρίζω, σαν στη σούβλα τη γυρίζω.

Όποιος θέλει να’ναι βράχος, αυτός σκέφτεται μονάχος.

Κάπου ανάβει ένα σπίρτο και το σβήνω από οίκτο.

Μήπως πια να τρελαθώ, σαν αργόσυρτο χορό;

Πάω να φτάσω τα αστέρια, μα μου πέφτουν απ’τα χέρια.

Λες η πόρτα στο υπόγειο, να οδηγεί σε άλλο κόσμο;

 

Πώς περνάει αυτό που ζούμε, χάνεται πριν θυμηθούμε.

Μόνο πάθη μας τυλίγουν, τα εντόσθια μας ξετυλίγουν.

Ούτε στόμα, ούτε λαλιά, πώς θα πάμε έτσι μπροστά;

Ένα σμήνος αναβλύζει και με περιτριγυρίζει…

Σκέφτομαι και ας μην υπάρχω.

Μια σκέψη κάπου,

Σβήνει.

Share This:

Facebook
Twitter
Pinterest
LinkedIn